- ἀνάλιπος
- ἀνάλιπος, unbeschuht
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ἀνάλιπος — barefoot masc/fem nom sg ἀνά̱λιπος , ἀνήλιπος barefoot masc/fem nom sg (doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)